• Μμ
  • μαζική χρηματοδότηση

    Μέθοδος συγκέντρωσης κεφαλαίων μέσω της συλλογικής προσπάθειας ενός μεγάλου αριθμού ατόμων, συνήθως μέσω διαδικτυακών πλατφορμών. Δίνει τη δυνατότητα σε επιχειρηματίες και νεοφυείς επιχειρήσεις να παρουσιάσουν τα έργα ή τις επιχειρηματικές τους ιδέες σε πιθανούς επενδυτές ή δωρητές, οι οποίοι μπορούν να συμβάλουν με μικρά ποσά χρημάτων για την υποστήριξη της επιχείρησης. Η μαζική χρηματοδότηση μπορεί να πάρει διάφορες μορφές, συμπεριλαμβανομένης της χρηματοδότησης μέσω ανταμοιβών, της χρηματοδότησης μετοχών, της δωρεάς και της δανειοδότησης.

  • Μαζική Χρηματοδότηση (Crowdfunding)

    Μέθοδος συγκέντρωσης κεφαλαίων μέσω της συλλογικής προσπάθειας ενός μεγάλου αριθμού ατόμων, συνήθως μέσω διαδικτυακών πλατφορμών. Δίνει τη δυνατότητα σε επιχειρηματίες και νεοφυείς επιχειρήσεις να παρουσιάσουν τα έργα ή τις επιχειρηματικές τους ιδέες σε πιθανούς επενδυτές ή δωρητές, οι οποίοι μπορούν να συμβάλουν με μικρά ποσά χρημάτων για την υποστήριξη της επιχείρησης. Η μαζική χρηματοδότηση μπορεί να πάρει διάφορες μορφές, συμπεριλαμβανομένης της χρηματοδότησης μέσω ανταμοιβών, της χρηματοδότησης μετοχών, της δωρεάς και της δανειοδότησης.

  • Μέγα-Δεδομένα (Big Data)

    Εξαιρετικά μεγάλες και σύνθετες συλλογές δεδομένων που οι παραδοσιακές μέθοδοι επεξεργασίας δεδομένων αδυνατούν να διαχειριστούν και να αναλύσουν αποτελεσματικά. Το Big Data χαρακτηρίζεται από τον όγκο του (τεράστιες ποσότητες δεδομένων), την ταχύτητα (υψηλή ταχύτητα με την οποία δημιουργούνται δεδομένα) και την ποικιλία (διαφορετικές πηγές δεδομένων, περιλαμβάνοντας τόσο δομημένα όσο και μη δομημένα δεδομένα). Με τα κατάλληλα εργαλεία ανάλυσης, το Big Data επιτρέπει σε εταιρείες, κυβερνήσεις και οργανισμούς να αποκτούν πληροφορίες, να λαμβάνουν αποφάσεις βάσει δεδομένων και να προβλέπουν τάσεις. Χρησιμοποιείται ευρέως σε τομείς όπως η χρηματοοικονομική, η υγεία, το μάρκετινγκ και η τεχνολογία.

  • μέρισμα

    Χρηματικό ποσό που καταβάλλει μία εταιρεία στους μετόχους της, συνήθως ως ποσοστό από τα καθαρά κέρδη της. Το μέρισμα αντιπροσωπεύει την απόδοση της επένδυσης στους μετόχους και μπορεί να καταβάλλεται μετρητά ή σε μορφή επιπλέον μετοχών. Το ύψος του μερίσματος εξαρτάται από την πολιτική της εταιρείας και την οικονομική της κατάσταση. Είναι συχνά ένας τρόπος για την εταιρεία να μοιραστεί τα κέρδη της με τους μετόχους της.

  • Μεσαία Επιχείρηση

    Μεσαία επιχείρηση: λιγότεροι από 250 εργαζόμενοι με ετήσιο κύκλο εργασιών κάτω των 50 εκατομμυρίων ευρώ ή ισολογισμό κάτω των 43 εκατομμυρίων ευρώ.

  • μετατρέψιμο ομόλογο

    Μορφή βραχυπρόθεσμου χρέους που μετατρέπεται σε ίδια κεφάλαια, συνήθως σε συνδυασμό με μελλοντική χρηματοδότηση. Επιτρέπει στις startups να αντλούν κεφάλαια χωρίς να ορίζουν άμεσα μια αποτίμηση.

  • μετοχή

    Καταβολή κερδών από μια εταιρεία στους μετόχους της μέσω της έκδοσης νέων μετοχών, αντί να καταβάλλονται μετρητά. Αυτό το είδος μερίσματος επιτρέπει στους μετόχους να αυξήσουν τη συμμετοχή τους στην εταιρεία χωρίς να χρειάζεται να αγοράσουν επιπλέον μετοχές. Η κατανομή του μερίσματος μετοχής χρησιμοποιείται συχνά όταν η εταιρεία θέλει να κρατήσει τα μετρητά για αναπτυξιακούς ή άλλους σκοπούς, αλλά θέλει ταυτόχρονα να ανταμείψει τους μετόχους της.

  • μετοχικό κεφάλαιο

    Ποσό χρημάτων που καταβάλλεται από τους μετόχους για την απόκτηση μετοχών μιας ανώνυμης εταιρείας. Το μετοχικό κεφάλαιο αποτελεί τον αρχικό χρηματοδοτικό πόρο της εταιρείας και χρησιμεύει ως εγγύηση για τους πιστωτές της εταιρείας σε περίπτωση οικονομικών δυσχερειών. Η αύξηση ή μείωση του μετοχικού κεφαλαίου απαιτεί απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων και καταχώρηση στο εμπορικό μητρώο.

  • μη εξυπηρετούμενο δάνειο

    Ένα δάνειο γίνεται μη εξυπηρετούμενο όταν υπάρχουν ενδείξεις ότι ο δανειολήπτης είναι απίθανο να αποπληρώσει το δάνειο ή έχει να καταβάλλει τις συμφωνηθείσες δόσεις πάνω από 90 ημέρες. Αυτό μπορεί να συμβεί όταν το άτομο μείνει άνεργο και άρα δεν μπορεί να αποπληρώσει το στεγαστικό του δάνειο όπως έχει συμφωνηθεί ή όταν μια επιχείρηση αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες.

  • μηχανισμός εκτακτης ρευστότητας (ELA)

    Μέσο που παρέχεται από την κεντρική τράπεζα μιας χώρας για τη διασφάλιση προσωρινής ρευστότητας σε εμπορικές τράπεζες όταν δεν έχουν πρόσβαση στη συνήθη χρηματοδότηση λόγω έκτακτων οικονομικών συνθηκών. Στην Ευρωζώνη, ο ΜΕΡ παρέχεται από τις εθνικές κεντρικές τράπεζες σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) και χρησιμοποιείται όταν μια τράπεζα αντιμετωπίζει πιεστικές ανάγκες ρευστότητας, αλλά δεν μπορεί να καλύψει τα κριτήρια της ΕΚΤ για δανεισμό.