• Ππ
  • Πολύ Μικρή Επιχείρηση

    Είδος επιχείρησης με λιγότερους από 10 εργαζομένους και με ετήσιο κύκλο εργασιών (ποσό εισπραχθέντων σε μια συγκεκριμένη περίοδο) ή ισολογισμό (έκθεση ενεργητικού και παθητικού μιας εταιρείας) κάτω των 2 εκατομμυρίων ευρώ.

  • Ποσοστό Αποχώρησης (Churn Rate)

    Ένας επιχειρηματικό δείκτης που εκφράζει το ποσοστό των πελατών, συνδρομητών ή χρηστών που διακόπτουν τη σχέση τους με μια εταιρεία σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο, συνήθως σε μηνιαία ή ετήσια βάση. Χρησιμοποιείται ιδιαίτερα σε επιχειρήσεις που βασίζονται σε συνδρομές και δείχνει τα επίπεδα διατήρησης πελατών. Ένα υψηλό ποσοστό αποχώρησης σημαίνει ότι η εταιρεία χάνει πελάτες με γρήγορο ρυθμό, κάτι που μπορεί να υποδηλώνει προβλήματα με την ικανοποίηση των πελατών, την ποιότητα των υπηρεσιών ή την καταλληλότητα του προϊόντος. Η παρακολούθηση του ποσοστού αποχώρησης βοηθά τις επιχειρήσεις να εντοπίζουν τομείς προς βελτίωση και να αναπτύσσουν στρατηγικές για την αύξηση της πιστότητας των πελατών.

  • Πράσινη Ενέργεια

    Ενέργεια που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές που έχουν ελάχιστη περιβαλλοντική επίπτωση.

  • Πράσινο Ξέπλυμα

    Η πρακτική της παραπλάνησης των καταναλωτών σχετικά με τις περιβαλλοντικές πρακτικές μιας εταιρείας ή τη βιωσιμότητα ενός προϊόντος.

  • προβληματική επιχείρηση

    Η Επιχείρηση που δεν είναι ικανή να ανακόψει τη ζημιογόνο πορεία της με δικούς της οικονομικούς πόρους ή με πόρους που εξασφαλίζει από τους ιδιοκτήτες/μέτοχους και τους πιστωτές της. Χωρίς εξωτερική παρέμβαση από το κράτος, θα οδηγηθεί προς μια σχεδόν βέβαιη οικονομική εξαφάνιση βραχυπρόθεσμα ή μεσοπρόθεσμα.
    Οι προβληματικές επιχειρήσεις εξαιρούνται από τα προγράμματα με τα οποία παρέχεται κρατική ενίσχυση στις επιχειρήσεις με τη μορφή επιχορήγησης, δανείου, επιδότησης επιτοκίου κλπ. είτε αυτά χρηματοδοτούνται από το ΕΣΠΑ, είτε από εθνικούς πόρους ή από άλλες πηγές.
    Χαρακτηριστικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν μια επιχείρησης ως προβληματικής είναι:

    • Να έχει ενταχθεί σε πτωχευτική διαδικασία.
    • Να έχει λάβει ενίσχυση διάσωσης και να μην έχει αποπληρωθεί ακόμη το ΄δάνειο ή η εγγύησης.
    • Να έχει λάβει ενίσχυση αναδιάρθρωσης και να βρίσκεται σε σχέδιο αναδιάρθρωσης.
    • Να έχει απωλέσει λόγω συσσωρευμένων ζημιών πάνω από το ήμισυ του κεφαλαίου τους.
  • Προθεσμιακή κατάθεση

    Τύπος τραπεζικής κατάθεσης όπου ο καταθέτης συμφωνεί να καταθέσει ένα ποσό χρημάτων για συγκεκριμένη χρονική περίοδο (π.χ., 1 μήνα, 6 μήνες, 1 έτος), κατά τη διάρκεια της οποίας δεν μπορεί να κάνει ανάληψη χρημάτων χωρίς να υπάρξουν κυρώσεις. Αντίθετα, η τράπεζα προσφέρει στον καταθέτη υψηλότερο επιτόκιο σε σχέση με τις απλές καταθέσεις όψεως. Ο σκοπός της προθεσμιακής κατάθεσης είναι η διασφάλιση σταθερού επιτοκίου και η παροχή ενός εγγυημένου εισοδήματος από τους τόκους για την καθορισμένη διάρκεια.

  • Προμήθεια

    Διαδικασία ή την πράξη της αγοράς αγαθών ή υπηρεσιών από έναν προμηθευτή ή αντιπρόσωπο, συνήθως έναν ενδιάμεσο, ο οποίος παίρνει αμοιβή για την πώληση. Η προμήθεια μπορεί να αφορά είτε την αγορά προϊόντων είτε την παροχή υπηρεσιών για λογαριασμό ενός άλλου, συνήθως σε εμπορικό ή επαγγελματικό πλαίσιο. Η προμήθεια συνήθως περιλαμβάνει το δικαίωμα κέρδους ή ποσοστό επί της αξίας των αγαθών ή υπηρεσιών που διακινούνται.

  • Προνομιούχες Μετοχές

    Ένα είδος μετοχής που παρέχει στους κατόχους τους προτεραιότητα στις καταβολές μερισμάτων και σε περίπτωση εκκαθάρισης της εταιρείας, σε σχέση με τους κατόχους κοινών μετοχών. Οι προνομιούχοι μέτοχοι συνήθως λαμβάνουν έναν προκαθορισμένο τόκο, και σε πολλές περιπτώσεις, η ψήφος τους είναι περιορισμένη ή ανύπαρκτη, αναλόγως των όρων της εκάστοτε εταιρείας. Η κυριότερη ωφέλεια από την κατοχή προνομιούχων μετοχών είναι η προστασία των κατόχων σε περίπτωση οικονομικών δυσκολιών της εταιρείας.

  • Πρωτογενές Έλλειμα

    Χρηματοοικονομικό έλλειμμα ενός κράτους ή οργανισμού, το οποίο προκύπτει όταν οι ετήσιες δαπάνες του ξεπερνούν τα έσοδά του, εξαιρουμένων των πληρωμών για την εξυπηρέτηση του χρέους. Δηλαδή, υπολογίζεται χωρίς να ληφθούν υπόψη οι τόκοι και άλλες υποχρεώσεις που σχετίζονται με το εξωτερικό ή εσωτερικό χρέος. Το πρωτογενές έλλειμμα αποτελεί δείκτη της δημοσιονομικής κατάστασης και της ικανότητας του κράτους να διαχειρίζεται τις οικονομικές του ανάγκες

  • Πρωτογενές Πλεόνασμα

    Δημοσιονομικό πλεόνασμα που προκύπτει μετά την αφαίρεση των πληρωμών για τόκους του δημόσιου χρέους. Με άλλα λόγια, πρόκειται για το πλεόνασμα των εσόδων του κράτους από φόρους και άλλες πηγές, αφαιρουμένων των δημοσιονομικών δαπανών, εκτός από τις πληρωμές για την εξυπηρέτηση του χρέους. Το πρωτογενές πλεόνασμα είναι δείκτης της οικονομικής υγείας μιας χώρας και χρησιμοποιείται για να δείξει εάν η χώρα είναι σε θέση να χρηματοδοτεί τις ανάγκες της χωρίς να εξαρτάται από εξωτερικά δάνεια.